βαπτιστής

βαπτιστής
ὁ βαπτιστής, οῦ креститель (Ἰωάννης Βαπτιστής Иоанн Креститель, нар. Иван Купала)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Нужен реферат?

Смотреть что такое "βαπτιστής" в других словарях:

  • βαπτιστής — one that dips masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βαπτιστής — Ονομασία δύο οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 880 μ., 195 κάτ.) στην πρώην επαρχία Δωδώνης του νομού Ιωαννίνων. Βρίσκεται προς τα νότια του νομού, κοντά στον Καλαρίτικο ποταμό. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Τζουμέρκων. 2. Πεδινός οικισμός… …   Dictionary of Greek

  • Ιωάννης ο Βαπτιστής ή ο Πρόδρομος — (περ. 5 π.Χ. – 27; μ.Χ.).Άγιος και προφήτης της χριστιανικής Εκκλησίας. Ήταν γιος του Ζαχαρία και της Ελισάβετ. Πολύ σύντομα αποσύρθηκε στην έρημο, όπου έμεινε έως το 15o έτος της βασιλείας του Τιβέριου, διάγοντας ασκητική ζωή και κηρύσσοντας την …   Dictionary of Greek

  • Σιρέ, Ιωάννης - Βαπτιστής — (Sirey). Γάλλος νομομαθής και συγγραφέας (Σαρλά 1762 Λιμόζη 1845). Με την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης προσχώρησε σ’ αυτήν και στη συνέχεια έγινε μέλος του Ανώτατου Επαναστατικού Δικαστήριου. Έγραψε το σπουδαίο έργο Συλλογή νόμων και… …   Dictionary of Greek

  • βαπτιστοῦ — βαπτιστής one that dips masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαπτιστῇ — βαπτιστής one that dips masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαπτιστήν — βαπτιστής one that dips masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαπτιστῶν — βαπτιστής one that dips masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ИОАНН ПРЕДТЕЧА — [Иоанн Креститель; греч. ᾿Ιωάννης ὁ Πρόδρομος], крестивший Иисуса Христа, последний ветхозаветный пророк, открывший избранному народу Иисуса Христа как Мессию Спасителя (пам. 24 июня Рождество Иоанна Предтечи, 29 авг. Усекновение главы Иоанна… …   Православная энциклопедия

  • βαφτιστής — και βαπτιστής, ο (AM βαπτιστής) 1. αυτός που βαφτίζει κάποιον 2. ο Ιωάννης ο Πρόδρομος που βάφτισε τον Χριστό («Άι μου Γιάννη Πρόδρομε και βαφτιστή Κυρίου», «τοῡ ἁγίου ἐνδόξου Προδρόμου και Βαπτιστοῡ Ἰωάννου») νεοελλ. Βαπτιστές, οι ονομασία… …   Dictionary of Greek

  • Ισημερινός ή Εκουαδόρ — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία του Ισημερινού Έκταση: 283.560 τ. χλμ. Πληθυσμός: 13.447.494 (2002) Πρωτεύουσα: Κίτο (1.399.814 κάτ. το 2002)Κράτος της Νότιας Αμερικής, στην οροσειρά των Άνδεων. Συνορεύει στα Β με την Κολομβία και στα Α και Ν με το… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»